«Είναι φανερό ότι στην προκείμενη περίπτωση ουδέν είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου που να ικανοποιούσε τη δεύτερη προϋπόθεση. Τουναντίον, εκείνο που προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, είναι πως η Αστυνομία επεδίωξε και εξασφάλισε το προσβαλλόμενο ένταλμα σύλληψης, 24 περίπου ημέρες μετά που έλαβε την καταγγελία χωρίς να δίδεται εξήγηση γι΄ αυτή την αδράνεια, επειδή δεν εντόπισε τον αιτητή στην οικία του, όπου τον είχε αναζητήσει».
Αυτή ήταν η κατάληξη του Ανωτάτου σε σχέση με ένταλμα σύλληψης που εξέδωσε το ΤΑΕ Λεμεσού σε βάρος προσώπου που θεωρείτο ύποπτος, αφού πρώτα κατονομάστηκε σε καταγγελία, σε σχέση με κακόβουλη ζημιά σε περιουσία που διαπράχθηκε στις 2 Απριλίου 2026, στη Λεμεσό. Ωστόσο, η καταγγελία υποβλήθηκε στις 10 Απριλίου και το ένταλμα εξασφαλίστηκε ένα μήνα αργότερα και συγκεκριμένα στις 4 Μαίου 2026, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ενώ εκτελέστηκε στις 20 Μαίου 2026, στην οικία του υπόπτου στη Γερμασόγεια.
Για σκοπούς έκδοσης του εντάλματος σύλληψης, ο ανακριτής του ΤΑΕ Λεμεσού Στ. Λεωνίδα, ανέφερε στον όρκο του που κατατέθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι καταγγέλθηκε μέσω δικηγόρου, κακόβουλη ζημιά στις κάμερες ασφαλείας που είχε εγκατεστημένες ο πελάτης της και στην πόρτα εισόδου της οικίας του.
Σε γραπτή κατάθεση η δικηγόρος του παραπονούμενου ανάφερε ότι ο ύποπτος μετέβηκε στο διαμέρισμα του παραπονούμενου και με τα χέρια του κατέστρεψε ολοσχερώς κάμερα η οποία ήταν εγκατεστημένη έξω από το διαμέρισμα του, ενώ ακολούθως χτυπούσε την πόρτα της εισόδου του διαμερίσματος προκαλώντας της ζημιά. Στην συνέχεια ο ύποπτος αποχώρησε αρχικά από το μέρος, ενώ στην συνέχεια επέστρεψε και κατάστρεψε και δεύτερη κάμερα όπου επίσης ήταν εγκατεστημένη έξω από το εν λόγω διαμέρισμα. Ακολούθως, ο ύποπτος συνέχισε τον βανδαλισμό του, χτυπώντας την πόρτα πολλές φορές με μεταλλικό αντικείμενο καταστρέφοντας τον τοίχο και τα πλαστικά λογότυπα της εταιρείας.
Σε σχέση με το συμβάν η δικηγόρος του παραπονούμενου παραχώρησε στην Αστυνομία πλάνα από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του εν λόγω διαμερίσματος από όπου και διαπιστώθηκε, σύμφωνα με την δικηγόρο και τον πελάτη της, ότι το πρόσωπο που προκαλεί τις ζημιές ύψους 4714.61 ευρώ, είναι ο ύποπτος, ο οποίος είναι ο αδελφότεκνος του παραπονούμενου.
Ο ύποπτος, αφού κατονομάστηκε, αναζητήθηκε από μέλη του ΤΑΕ στην οικία του, χωρίς ωστόσο να εντοπιστεί και ως εκ τούτου ο ανακριτής αιτήθηκε ένταλμα σύλληψης του, λέγοντας πως «η έκδοση του εντάλματος σύλληψης είναι ευλόγως αναγκαία και ανάλογη, προς αποφυγή επηρεασμού μαρτύρων, καθώς επίσης απόκρυψης ή/και καταστροφής μαρτυρίας και τεκμηρίων, με αποτέλεσμα την επέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης και αναγκαία και ανάλογη για την αποτελεσματική διερεύνηση της υπόθεσης».
Ακολούθως, η Αστυνομία συνέλαβε τον ύποπτο, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος την ίδια ημέρα, αφού προηγουμένως του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση και κατηγορήθηκε γραπτώς.
Μέσω των δικηγόρων του, Χάρη Γεωργίου με Γ. Βρυώνη (σ.σ για Πελεκάνος & Πελεκάνου Δ.Ε.Π.Ε.), ο ύποπτος προσέφυγε στο Ανώτατο για ακύρωση του εν λόγω εντάλματος σύλληψης, όχι ως προς τις εύλογες υπόνοιες για ανάμειξη του στο υπό διερεύνηση πλημμέλημα αλλά αναφορικά με την αναγκαιότητα του.
Η βασική θέση του της υπεράσπισης, ήταν ότι η έκδοση του εντάλματος σύλληψης ήταν δυσανάλογη, επαχθής και μη αναγκαία, ιδίως εφόσον η παρουσία του ενώπιον της Αστυνομίας μπορούσε να εξασφαλιστεί με ηπιότερα, λιγότερα επαχθή μέσα, όπως τηλεφωνική κλήση ή ακόμη και με γραπτή ειδοποίηση.
Το Ανώτατο, στην βάση των όσων τέθηκαν από τον δικηγόρο του αιτητή Χάρη Γεωργίου, έδωσε άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari, καθώς έκρινε πως προκύπτει συζητήσιμο θέμα σε σχέση με την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος, λέγοντας:
Ανώτατο: Το γεγονός ότι η καταγγελία/παράπονο έλαβε χώρα στις 10.4.2026 και η Αστυνομία απετάθη στο κατώτερο Δικαστήριο για έκδοση εντάλματος σύλληψης στις 4.5.2026, και αφού προηγουμένως αναζήτησε τον αιτητή στον τόπο διαμονής του, χωρίς να τον εντοπίσει, είναι στοιχεία που δεν μπορούν να αγνοηθούν για σκοπούς συζητήσιμης υπόθεσης σε σχέση με την αναγκαιότητα έκδοσης του εντάλματος σύλληψης. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι η Αστυνομία δεν διευκρινίζει αν όλοι αυτοί οι κίνδυνοι, τους οποίους επικαλέστηκε στις 4.5.2026 για να εξασφαλίσει το ένταλμα σύλληψης, υπήρχαν μόλις έλαβε την καταγγελία, δηλαδή στις 10.4.2026 ή προέκυψαν μετά. Και αν βεβαίως υπήρχαν από τις 10.4.2026, γιατί αυτή δεν απετάθη αμέσως για έκδοση εντάλματος σύλληψης και άφησε να παρέλθουν 24 περίπου ημέρες από την καταγγελία.
Αφού δόθηκε χρόνος για καταχώρηση θέσης από την πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα, εν τέλει η εκπρόσωπος του E. Κωνσταντίνου, δεν έφερε ένσταση, κάτι που συνεπάγεται με παραδοχή λανθασμένων χειρισμών, με το Ανώτατο να επαναλαμβάνει το χρόνο που παρήλθε από την ημέρα της καταγγελίας μέχρι την μέρα έκδοσης του εντάλματος σύλληψης, κρίνοντας πως λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση της Αστυνομίας, εκδίδοντας ένταλμα σύλληψης.
Ανώτατο: Ουδεμία εκ των περιστάσεων έχει διαφοροποιηθεί, αφού όχι μόνο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη εκδοχή αλλά η ευπαίδευτη δικηγόρος που εκπροσώπησε σήμερα τον Γενικό Εισαγγελέα δήλωσε πως μετά από μελέτη του μαρτυρικού υλικού που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, αποφάσισαν όπως μη ενστούν στην έκδοση του αιτούμενου Προνομιακού Εντάλματος. Είναι φανερό ότι στην προκείμενη περίπτωση ουδέν είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου που να ικανοποιούσε τη δεύτερη προϋπόθεση. Τουναντίον, εκείνο που προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που είχε τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου, είναι πως η Αστυνομία επεδίωξε και εξασφάλισε το προσβαλλόμενο ένταλμα σύλληψης, 24 περίπου ημέρες μετά που έλαβε την καταγγελία χωρίς να δίδεται εξήγηση γι΄ αυτή την αδράνεια, επειδή δεν εντόπισε τον αιτητή στην οικία του, όπου τον είχε αναζητήσει.
Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του, θέλησε να επαναλάβει πως το ένταλμα σύλληψης δεν εκδίδεται μόνο επειδή από το μαρτυρικό υλικό προκύπτουν εύλογες υπόνοιες ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου θα εκδοθεί το ένταλμα σύλληψης, διέπραξε το υπό διερεύνηση έγκλημα (σ.σ εν προκειμένω πλημμεληματικού χαρακτήρα), αλλά θα πρέπει να ικανοποιείται λογικά και κατά πόσο τα ιδιαίτερα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης καθιστούν αναγκαία την έκδοση του αιτούμενου εντάλματος.











