Τεράστια τα κενά στην διαχείριση της παιδικής κακοποίησης-Επιτακτική ανάγκη η εκπαίδευση εμπλεκομένων
Άντρια Δημητρίου 06:00 - 02 Απριλίου 2025

Εν έτει 2025, οι περιπτώσεις σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών εξακολουθούν να σοκάρουν την κυπριακή κοινωνία, καθώς η διαχείριση των περιστατικών από τις αρμόδιες αρχές είναι στις περισσότερες περιπτώσεις, ελλιπής. Ως αποτέλεσμα, τα παιδιά βιώνουν έναν ατελείωτο Γολγοθά, ο οποίος τα στιγματίζει για όλη τους τη ζωή.
Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι υπάρχουν σοβαρά κενά τόσο στη διαχείριση όσο και στις πρακτικές που εφαρμόζονται. Κρίνεται απαραίτητη η άμεση αλλαγή και η περαιτέρω ευαισθητοποίηση, ώστε να εξαλειφθούν τα περιστατικά κακοποίησης παιδιών ή τουλάχιστον να διασφαλιστεί η καταλληλότερη διαχείρισή τους.
Η πρόσφατη περίπτωση κακοποίησης πέντε παιδιών στην επαρχία Λάρνακας, πέρα από το ότι ανέδειξε εκ νέου την ολιγωρία και την ανεπάρκεια των αρμόδιων υπηρεσιών, δημιούργησε σωρεία ερωτημάτων σχετικά με τις ήδη υφιστάμενες υπηρεσίες, καθώς και την ανάγκη ενίσχυσής τους. Είναι σημαντικό να διατεθούν επιπλέον εργαλεία για την κατάλληλη στήριξη των κακοποιημένων παιδιών.
Μιλώντας στον REPORTER, η εκτελεστική διευθύντρια του «Hope for Children», Άντρια Νεοκλέους, ανέφερε ότι όσον αφορά τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, έχει επιτευχθεί η δημιουργία της πολυθεματικής δομής του «Σπιτιού του Παιδιού» η οποία ανατέθηκε στον Οργανισμό το 2017 μέσω του Υφυπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας. Όπως εξήγησε, «στο πλαίσιο της δομής αυτής, διατίθενται όλες οι απαραίτητες υπηρεσίες για το παιδί, καθώς και για την οικογένειά του». Τόνισε επίσης ότι πρόκειται για ένα φιλικό προς το παιδί περιβάλλον, όπου εργάζονται ειδικά εκπαιδευμένοι επαγγελματίες. Ωστόσο, σημείωσε ότι αντίστοιχες υπηρεσίες θα έπρεπε να προσφέρονται και σε περιπτώσεις άλλων μορφών βίας κατά των παιδιών.
Δυστυχώς, όσον αφορά τις περιπτώσεις σωματικής βίας, εξακολουθούν να εφαρμόζονται παρωχημένες πρακτικές. Η κ. Νεοκλέους εξήγησε ότι «το παιδί θα οδηγηθεί αρχικά σε Αστυνομικό Σταθμό, ανάλογα με την περιοχή όπου βρίσκεται, στη συνέχεια θα μεταφερθεί στο νοσοκομείο για εξέταση και πιθανώς θα παραπεμφθεί στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας για αξιολόγηση». Όπως ανέφερε, «αυτό σημαίνει ότι το παιδί μεταφέρεται σε διάφορους χώρους και υπηρεσίες, χωρίς να υπάρχει απαραίτητα ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό για να το διαχειριστεί». Τόνισε, δε, ότι «η διαχείριση των περιστατικών βίας απαιτεί εξειδίκευση, και αυτό είναι κάτι που υποστηρίζουμε».
Παράλληλα, κατέστησε σαφές ότι είναι απαραίτητη η ένταξη ειδικών ομάδων στην Αστυνομία και σε κάθε εμπλεκόμενη Υπηρεσία, καθώς και η μεταξύ τους συνεργασία. Αυτό το πλαίσιο διασφαλίστηκε από το Σπίτι του Παιδιού, αλλά, όπως ανέφερε, «δεν εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις άλλων μορφών βίας κατά των παιδιών».
Τόνισε ότι πρέπει να επιδειχθεί η απαιτούμενη προσοχή, καθώς «σε καμία περίπτωση δεν θέλουμε να αποθαρρύνουμε τα παιδιά από το να καταγγέλλουν περιστατικά βίας, ούτε να δημιουργήσουμε την εντύπωση ότι δεν υπάρχουν συστήματα στήριξης. Οι διαδικασίες υπάρχουν, αλλά δεν εφαρμόζεται παντού η απαραίτητη εξειδίκευση και η πολυθεματική διαχείριση, με αποτέλεσμα τα παιδιά να μην λαμβάνουν πάντα φιλικές διαδικασίες από ειδικά εκπαιδευμένους επαγγελματίες».
Απαραίτητη η εκπαίδευση σε όλους τους τομείς
Όσον αφορά τις ανάγκες στη διαχείριση περιστατικών βίας κατά των παιδιών, η κ. Νεοκλέους επισήμανε ότι πρέπει να ενισχυθεί η εκπαίδευση των ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στα παιδιά, είτε πρόκειται για εκπαιδευτικούς είτε για άλλους επαγγελματίες, ώστε να είναι πιο ευαισθητοποιημένοι στον εντοπισμό τέτοιων περιπτώσεων.
Με την κατάλληλη εκπαίδευση, θα είναι ευκολότερο να εντοπίζονται σημάδια κακοποίησης, ενώ η περαιτέρω ενίσχυση των σχολείων με ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς θα συμβάλει στην έγκαιρη ανίχνευση κακοποιητικών καταστάσεων. Επιπλέον, η κ. Νεοκλέους τόνισε ότι είναι απαραίτητη και η εκπαίδευση των ίδιων των παιδιών, ώστε να γνωρίζουν σε ποιους αρμόδιους οργανισμούς μπορούν να απευθυνθούν σε περίπτωση που βιώσουν κακοποίηση.
Ενίσχυση των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας
Η κ. Νεοκλέους υπογράμμισε επίσης την ανάγκη ενίσχυσης των προσφερόμενων Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, καθώς πολλές οικογένειες αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσλειτουργίες. «Αν οι παρεμβάσεις γίνονταν πιο έγκαιρα, η κατάσταση θα ήταν σαφώς καλύτερη», ανέφερε.
Επισήμανε επίσης ότι η απαίτηση για τη συγκατάθεση και των δύο γονέων προκειμένου ένα παιδί να λάβει ψυχολογική υποστήριξη είναι προβληματική. «Ένα παιδί μπορεί να χρειάζεται βοήθεια από ψυχολόγο, αλλά οι γονείς του να διαφωνούν. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να αλλάξει νομοθετικά, ώστε τα παιδιά, από μια συγκεκριμένη ηλικία και πάνω, να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν μόνα τους αν θέλουν να λάβουν υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Αυτό θα συμβάλει τόσο στην έγκαιρη παρέμβαση όσο και στην πρόληψη».
Όσον αφορά τη σεξουαλική βία, η κ. Νεοκλέους ανέφερε ότι η ποινικοποίηση της μη καταγγελίας συμβάλλει στην αντιμετώπιση του προβλήματος. «Η σχετική νομοθεσία προβλέπει ότι κάθε πολίτης έχει νομική υποχρέωση να προχωρήσει σε καταγγελία αν γνωρίζει ή υποπτεύεται ότι ένα παιδί υφίσταται σεξουαλική βία. Αν περισσότεροι πολίτες γνώριζαν ότι η μη καταγγελία αποτελεί ποινικό αδίκημα, αυτό θα ενίσχυε την αίσθηση ευθύνης».
Τέλος, τόνισε τη σημασία της ευαισθητοποίησης, επισημαίνοντας ότι «ο καθένας μας πρέπει να νιώθει την ευθύνη να αναφέρει περιπτώσεις βίας κατά παιδιών, καθώς αυτό θα βοηθούσε στην ταχύτερη ανίχνευση περιστατικών».
Για θέματα που αφορούν την παιδική προστασία, τόσο τα παιδιά όσο και οι ενήλικες μπορούν να καλέσουν δωρεάν στη γραμμή του «Hope for Children» 1466, η οποία λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο, παρέχοντας άμεση βοήθεια και καθοδήγηση.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
