Στις 1,600 οι ανασκαφές για αγνοούμενους από το 2006, ταυτοποιήθηκαν 1,045-Δεκαέξι σε ένα χρόνο

Πάνω από 1,600 ανασκαφές για αγνοούμενους της Τουρκικής Εισβολής πραγματοποιήθηκαν από το 2006, όταν ξεκίνησαν οι πρακτικές εργασίες της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων και μέχρι σήμερα έχουν ταυτοποιηθεί 1,045, ενώ άλλες 212 ταυτοποιήσεις αφορούν τον κατάλογο των πεσόντων ή τους 126 που βρίσκονται σε συμπληρωματικό κατάλογο. Την ίδια ώρα, η ΔΕΑ έχει λάβει αύξηση στην χρηματοδότησή της και ευελπιστεί ότι σύντομα θα έχει δέκα συνεργεία για να πραγματοποιούν ανασκαφές.

Ο εκπρόσωπος της Ελληνοκυπριακής Πλευράς στη ΔΕΑ, Λεωνίδας Παντελίδης, κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής διάσκεψης για τον 39ο Μαραθώνιο Αγάπης Αγνοουμένων, παρουσίασε τις δράσεις της ΔΕΑ, τονίζοντας πως εγκαθιδρύθηκε το 1981, με βάση δύο ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και αποτελείται από τρία μέλη, ένα Τ/κ εκπρόσωπο, ένα εκπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ και ένα εκπρόσωπο της Ελληνοκυπριακής πλευράς.

«Δυστυχώς, για πάρα πολλά χρόνια οι προσπάθειες της ΔΕΑ εξαντλούντο σε συζητήσεις μεταξύ των δύο πλευρών, με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος τα πρώτα κρίσιμα χρόνια. Δεν υπήρχε, όμως, η αναγκαία πολιτική βούληση, που θα επέτρεπε να προχωρήσουν ουσιαστικές έρευνες. Η κάθε πλευρά υπέβαλλε κάποιες υποθέσεις, σε μία εβδομαδιαία συνάντηση στο Λήδρα Πάλας και τις οποίες η άλλη πλευρά καλείτο να διερευνήσει και να δώσει απαντήσεις».

Οι πραγματικές έρευνες επί του εδάφους, όπως ανέφερε ο κ. Παντελίδης, άρχισαν το 2006, μετά από πιέσεις των συγγενών των αγνοουμένων και από τότε μέχρι σήμερα, έχουν πραγματοποιηθεί πάνω από 1,600 ανασκαφές, από τις οποίες είχαμε αποτέλεσμα σε 352 περιπτώσεις, που μας απέδωσαν οστά αγνοουμένων. Οι συνολικές ταυτοποιήσεις μέχρι σήμερα είναι 1,045, 752 Ε/κ και 297 Τ/κ. Έγιναν επιπρόσθετα 212 άλλες ταυτοποιήσεις, που δεν αφορούν μόνο στον κατάλογο των αγνοουμένων, αλλά αφορούν περιπτώσεις πεσόντων ή του καταλόγου των 126.

Όπως εξήγησε ο εκπρόσωπος της Ελληνοκυπριακής πλευράς στη ΔΕΑ, «αγνοούμενος θεωρείται αυτός που τελευταία φορά που θεάθηκε βρισκόταν εν ζωή. Αυτοί που χάθηκαν σε μάχη και αποδεδειγμένα ήταν νεκροί όταν τους εγκατέλειψαν οι συμπολεμιστές τους, βρίσκονται σε άλλο κατάλογο. Η ΔΕΑ συχνά βρίσκει και ταυτοποιήει και πεσόντες και άτομα από τον κατάλογο των 126, που είναι υποθέσεις που κάποια χρόνια πριν αποφασίστηκε ότι υπήρχε κάποια μαρτυρία ότι ενδεχομένως να είναι πεσόντες και αφαιρέθηκαν από τον κατάλογο των αγνοούμενων. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τάσσου Παπαδόπουλου, έγινε προσπάθεια να συνδεθεί αυτός ο κατάλογος με τον κατάλογο των αγνοουμένων και έγινε τότε δεχτός ως συμπληρωματικός κατάλογος. Οι μισές από τις περιπτώσεις των 126 έχουν ταυτοποιηθεί».

Επτά ανασκαφές σε εξέλιξη

Ο κ. Παντελίδης, αναφερόμενος στις ανασκαφές που βρίσκονται σε εξέλιξη, υπέδειξε πως αυτή τη στιγμή εργάζονται επτά συνεργεία, τα έξι στις κατεχόμενες περιοχές και το ένα στις ελεύθερες περιοχές. «Ο Προέδρος της Δημοκρατίας πρότεινε την αύξηση των συνεργείων, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης των δύο ηγετών στο ανθρωπολογικό εργαστήρι της ΔΕΑ και υπάρχει απόφαση και μας έχουν δοθεί περισσότερα χρήματα για να αυξήσουμε τα συνεργεία και ευελπιστούμε ότι τάχιστα θα έχουμε δέκα συνεργεία».

Καταλήγοντας, υπέδειξε πως «τα προβλήματα και τα εμπόδια είναι πολλά. Η ΔΕΑ έχει να αντιμετωπίσει καθημερινά αρκετά εμπόδια, αλλά τα αντιμετωπίζουμε ως εμπόδια που πρέπει να βρεθεί πρακτικός χρόνος να προσπεραστούν. Μας πιέζει ο χρόνος, μας υπολείπονται περίπου 900 άτομα και δεν έχουμε την πολυτέλεια του χρόνου. Να πω σε αυτό το σημείο ότι συχνά παραβλέπουμε τους αγνοούμενους της περιόδου 1963-1964, αλλά έχουμε και ένα αρκετά μεγάλο αριθμό αγνοουμένων και σε αυτή την περίπτωση. Έχουμε υποχρέωση να διατηρήσουμε το πρόγραμμα, καθόσον υπάρχουν άτομα που η τύχη τους παραμένει αδιευκρίνιστη».

Άλλαξαν οι διαδικασίες συλλογής πληροφοριών

Από πλευράς της, η Επικεφαλής για Ανθρωπιστικά Θέματα Αγνοουμένων και Εγκλωβισμένων, Άννα Αριστοτέλους, στην τοποθέτησή της επεσήμανε πως «η εξαφάνιση εκάστου προσώπου που αγνοείται μέχρι σήμερα η τύχη του, συνιστά πολλαπλές παραβιάσεις βασικών και θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων όχι μόνο για το αγνοούμενο πρόσωπο, αλλά και για τους οικείους του, διαιωνίζοντας την ταλαιπωρία, θλίψη, ψυχική οδύνη και απόλυτη δυστυχία τους, για την τύχη των αγαπημένων τους προσώπων, και τη διακρίβωση της αλήθειας. Οι σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των αγνοούμενων προσώπων και των οικογενειών τους καταγράφονται και στις αποφάσεις των υποθέσεων της Κύπρου εναντίον της Τουρκίας, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ)».

Η κα. Αριστοτέλους υπέδειξε, παράλληλα, ότι τον τελευταίο χρόνο, με τη στήριξη του Προέδρου της Δημοκρατίας, έχουν γίνει σημαντικές τομές από το Γραφείο της Υπηρεσίας, που έχουν ως επίκεντρο τον άνθρωπο και την ανθρωποκεντρική προσέγγιση.

«Βασικός μας στόχος είναι να αυξηθούν οι ροές πληροφοριών για τη διακρίβωση της αλήθειας για την τύχη των αγνοουμένων μας. Είναι γνωστά τα προσκόμματα από τον τουρκικό στρατό, τα οποία εμποδίζουν νέες εκταφές και συνεπώς ταυτοποιήσεις των αγνοουμένων μας, ειδικότερα σε περιοχές που όρισαν αυθαίρετα ως στρατιωτικές ζώνες».

Αναφερόμενη στις διαδικασίες για την εξασφάλιση πληροφοριών, η κα. Αριστοτέλους τόνισε πως είναι από τις σημαντικότερες αλλαγές που προώθησαν και τόνισε ότι «πλέον οι επαφές και η εξασφάλιση πληροφοριών, διεξάγεται κάτω από ανθρώπινες και φιλικές συνθήκες, μακριά από το ανακριτικό αστυνομικό προφίλ. Αυτό έχει συμβάλει στη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης και ασφάλειας, που ωθεί τους πληροφοριοδότες ή και τα θύματα να μιλήσουν, χωρίς φόβο για όσα κρατούν μέσα τους για δεκαετίες. Με την κατάργηση των ανακριτικών καταθέσεων ξεκλειδώνουμε την επικρατούσα σιωπή και αξιοποιούμε κάθε δυνατή πληροφορία. Πλέον η διαδικασία λήψης αναφορών, διεξάγεται από την Υπηρεσία μας κάτω από πιο φιλικές και προσιτές συνθήκες, για οποιονδήποτε κατέχει οποιαδήποτε πληροφορία για τους αγνοούμενους μας».

Δεκαέξι ταυτοποιήσεις σε ένα χρόνο

Η Επικεφαλής για Ανθρωπιστικά Θέματα Αγνοουμένων και Εγκλωβισμένων, συνεχίζοντας, ανέφερε πως τον τελευταίο χρόνο έγιναν δεκαέξι ταυτοποιήσεις λειψάνων, από τις οποίες οι έξι αφορούν το Πρόγραμμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, με τον αριθμό των αγνοουμένων να έχει μειωθεί από 792 σε 776.

«Αυτές οι έξι περιπτώσεις αφορούν Ελλαδίτες στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ, τις οικογένειες των οποίων επισκέφθηκα μαζί με λειτουργό του Γραφείου μου σε διάφορες πόλεις και χωριά στην Ελλάδα. Σε προσωπικές συναντήσεις που είχαμε στα σπίτια των συγγενών τους, στο πλαίσιο της ανθρωποκεντρικής προσέγγισης του Προγράμματος Διακυβέρνησης του Προέδρου της Δημοκρατίας, ενημερώσαμε σχετικά τις οικογένειες. Οι οικογένειες εξέφρασαν την ικανοποίηση τους γιατί για πρώτη φορά εκπρόσωπος του Προέδρου της Δημοκρατίας, τους επισκέφθηκε προσωπικά. Οι τελετές επαναπατρισμού των λειψάνων των έξι ηρώων, θα πραγματοποιηθούν τέλος Μαΐου, 2024 και θα αποδοθούν όλες οι πρέπουσες τιμές στους ήρωες μας».

Μία νέα διαδικασία που έχει προστεθεί, όπως εξήγησε η κα. Αριστοτέλους, είναι και η προσωπική επαφή με τους οικείους των αγνοουμένων, ειδικότερα στις περιπτώσεις εντοπισμού λειψάνων. «Ως Υπηρεσία πλέον ακολουθούμε τη διαδικασία προσωπικής ενημέρωσης, επιδεικνύοντας τον απαιτούμενο σεβασμό στον ανθρώπινο πόνο και την θυσία του δικού τους ανθρώπου, ώστε μέχρι την κηδεία, αλλά και μετά, η οικογένεια του πεσόντα να είναι, κατά το δυνατόν, ψυχολογικά προετοιμασμένη».

Η Άννα Αριστοτέλους αναφέρθηκε και στο γεγονός ότι έχει δοθεί έμφαση στις αθέατες πτυχές των αγνοούμενων, όπως είναι τα παιδιά και οι γυναίκες. Αναφερόμενη στα παιδιά, τόνισε πως το μικρότερο ήταν έξι μηνών και το μεγαλύτερο 18 ετών, ενώ όσον αφορά στις αγνοούμενες γυναίκες αριθμούν συνολικά σε 118. «Οι γυναίκες θύματα της εισβολής αποτελούν μια ξεχωριστή τραγική μορφή στην ιστορία της Κύπρου και το λιγότερο που έχουμε να κάνουμε είναι να αναγνωρίσουμε την προσφορά και την θυσία τους. Και όσες είναι εν ζωή να τις στηρίξουμε με κάθε τρόπο και μέσο, ώστε να απαλύνουμε τον πόνο και τις τραγικές θύμησες που τις μεταφέρουν για πενήντα χρόνια».

Η κα. Αριστοτέλους ανέφερε, δε, ότι αναπτύχθηκε συνεργασία και με τα παιδιά των αγνοούμενων, καθώς και με την Ομάδα Πρωτοβουλίας παιδιών αγνοουμένων, με σκοπό την ψυχολογική και κάθε μορφής στήριξη τους, ειδικότερα στις περιπτώσεις που εντοπίζονται οστά των αγνοουμένων γονέων τους, σε εκταφές και ανασκαφές. Προς αυτό το σκοπό άρχισε η κατάρτιση καταλόγου των παιδιών των αγνοουμένων, ο οποίος δεν υπήρχε μέχρι πρόσφατα, με αποτέλεσμα τα παιδιά αυτά (πλέον ενήλικες), παρέμεναν παραμελημένα χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική στήριξη.

«Παρέχουμε πληροφορίες στους συγγενείς των αγνοουμένων μας για τα θέματα που τους απασχολούν. Σε συναντήσεις που έχουμε με τους συγγενείς των αγνοουμένων μας, επεξηγούμε με χάρτες τις τοποθεσίες όπου έγιναν ή θα γίνουν έρευνες και ανασκαφές, επιτράπηκε η επισκόπηση των προσωπικών φακέλων των δικών τους ανθρώπων, δίδοντας τους αντίγραφο φακέλου, και επεξηγώντας τη διαδικασία ταυτοποίησης και οτιδήποτε άλλο θέμα τους απασχολεί με σκοπό τη στήριξη τους».

Αποφασίστηκε, επίσης, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, υπέδειξε η κα. Αριστοτέλους, η παραχώρηση επιδόματος φροντίδας στις συζύγους αγνοουμένων, πεσόντων και γονέων αγνοουμένων και πεσόντων, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που παραχωρείται στους αιχμάλωτους και ομήρους του 1974, καλύπτοντας έτσι τα κενά που εντοπίστηκαν σε ότι αφορά το χρέος της Πολιτείας απέναντι στους συγγενείς των αγνοουμένων. «Αυτό αποτελεί ένδειξη της αναγνώρισης του χρέους της Πολιτείας απέναντι στους ανθρώπους που κλήθηκαν να σηκώσουν ένα βαρύ κι ασήκωτο σταυρό τον οποίο κουβαλούν στους ώμους τους για 50 χρόνια».

Συνεχίζοντας, η Άννα Αριστοτέλους τόνισε ότι «κύριος στόχος όλων μας, πρέπει να παραμένει η εξακρίβωση της τύχης κάθε αγνοούμενου που χάθηκε κατά την Τουρκική εισβολή το 1974 και τις διακοινοτικές συγκρούσεις της περιόδου 1963-1964, δηλαδή να εξακριβωθεί η τύχη όλων, ώστε να μην παραμείνουν πρόσωπα που αγνοούνται. Είναι απαράδεκτο και απάνθρωπο, οι οικείοι των αγνοουμένων μας, να βασανίζονται καθημερινά εδώ και μισό αιώνα, με τον αβάσταχτο πόνο της απουσίας των αγαπημένων τους προσώπων, και κάποιοι από αυτούς να φεύγουν από τη ζωή με τον καημό της μη διακρίβωσης της τύχης, και την άγνοια για την αλήθεια της τύχης τους».

Οι αγνοούμενοι αποτελούν την πλέον τραγικότερη πτυχή της τουρκικής εισβολής, υπέδειξε η Επικεφαλής για Ανθρωπιστικά Θέματα Αγνοουμένων και Εγκλωβισμένων και σημείωσε πως είναι καθήκον τους και το ελάχιστο που μπορούν να πράξουν ως αρμόδιοι, να συνεχίσουν να καταβάλλουν άοκνες προσπάθειες, αφενός για την διακρίβωση της τύχης τους και αφετέρου να εργαστούν για να κρατήσουν άσβεστη τη μνήμη των αγνοουμένων.

«Σε ότι αφορά το πρώτο, όπως έχω ήδη αναφέρει, έχουν γίνει σημαντικά βήματα με μετρήσιμα αποτελέσματα. Ωστόσο όλοι γνωρίζουμε πως απέναντι μας έχουμε μια κατοχική δύναμη, που τη χαρακτηρίζει η άκαμπτη στάση και ειδικότερα στο θέμα των αγνοουμένων μας. Ένα θέμα αμιγώς ανθρωπιστικό, δυστυχώς αντιμετωπίζεται από την άλλη πλευρά, με αδιαλλαξία».

Η κα. Αριστοτέλους πρόσθεσε πως «ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, έχει θέσει το θέμα, όχι μόνο στον κατοχικό ηγέτη αλλά και σε ηγέτες ξένων κρατών και κυβερνήσεων, με στόχο να ασκηθεί πίεση προς την Τουρκία, έτσι ώστε να ξεπεραστούν ή τουλάχιστον να περιοριστούν τα εμπόδια στην έρευνα και τις ανασκαφές, και να πρυτανεύσει η συνεργασία για να δοθεί πρόσβαση σε αρχεία και άλλα στοιχεία, που θα μας βοηθήσουν στη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων μας».

Περαιτέρω, υπέδειξε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφάσισε την αύξηση της οικονομικής συνεισφοράς προς την ΔΕΑ έτσι ώστε να δημιουργηθούν περισσότερες ομάδες και περισσότερα συνεργεία στον τομέα των ανασκαφών με μοναδικό στόχο να δώσει πρόσθετη ώθηση στην ΔΕΑ να γίνει πιο αποτελεσματική και να έχει την επιχειρησιακή δυνατότητα ώστε να λειτουργήσει με πιο γοργούς ρυθμούς.

«Η πρόσβαση στην αλήθεια για τη διακρίβωση της τύχης όλων των αγνοουμένων μας αποτελεί το ελάχιστο που ως Πολιτεία, Εκκλησία και Κοινωνία μπορούμε να προσφέρουμε στις οικογένειες τους, που για πενήντα χρόνια καρτερούν στωικά να ενημερωθούν για την τύχη των δικών τους αγαπημένων προσώπων. Ο χρόνος αποτελεί εχθρό κι αυτό το γνωρίζουμε. Πέρασαν 50 ολόκληρα χρόνια και οφείλονται απαντήσεις σε αυτές τις οικογένειες».

Καταλήγοντας, η Άννα Αριστοτέλους ανέφερε τους στίχους του Γιώργου Σεφέρη «Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί», αφού όπως σημείωσε, αποτυπώνουν το δράμα των συγγενών των αγνοουμένων, που γι’ αυτούς για μισό αιώνα ο χρόνος πάγωσε σ’ εκείνο το μαύρο καλοκαίρι του 1974. Η μνήμη αποτελεί για τους συγγενείς των αγνοουμένων ένα αβάστακτο πόνο, μια βασανιστική αγωνία, μια ανοικτή πληγή, η οποία μπορεί να απαλύνει με τη διακρίβωση της τύχης του κάθε αγνοούμενου, όχι όμως και να κλείσει, τόνισε.

«Πρόκειται για ένα δύσκολο και ανηφορικό δρόμο και η διαβεβαίωση που μπορεί να δοθεί την δεδομένη στιγμή, είναι πως είμαστε αποφασισμένοι να τον ανεβούμε και να συνεχίσουμε ακατάπαυστα και με συνέπεια τις ενέργειες μας. Με πείσμα και ταπεινότητα, με πίστη και αποφασιστικότητα πρέπει να φθάσουμε στην πλήρη διακρίβωση της τύχης τους και της αναγκαίας αλήθειας».

«Ζητούμε το αυτονόητο εδώ και 50 χρόνια»

Ο πρόεδρος της Παγκύπριας Επιτροπής Συγγενών Αγνοουμένων, Νίκος Σεργίδης, στη δική του παρέμβαση υπέδειξε ότι αυτό που περιμένουν μετά από πενήντα χρόνια καρτερίας και πόνου είναι να μάθουν το αυτονόητο, να μάθουν την αλήθεια για την τύχη των δικών τους και να τους επιτραπεί να τους αποδώσουν τις νενομισμένες τιμές.

Συνεχίζοντας, ο κ. Σεργίδης τόνισε ότι στέκονται δίπλα στην ΔΕΑ για να είναι αποτελεσματική, ωστόσο τόνισε πως είκοσι χρόνια εργασιών, κάλυψε μόνο το 50% του θέματος των αγνοουμένων. «Δυστυχώς, μετά από 50 χρόνια φαίνεται ότι εκατοντάδες αγνοούμενοί μας θα παραμείνουν ες αεί αγνοούμενοι, αν δεν ενεργοποιηθούν και αυτοί που έχουν να διαδραματίσουν ρόλο, αλλά και εμείς».

Ο κ. Σεργίδης επεσήμανε πως τα αποτελέσματα των τελευταίων χρόνων είναι φτωχά και ότι κάθε χρόνο ελάχιστες περιπτώσεις βρίσκονται. «Με αυτούς τους ρυθμούς, αποκλείεται τα επόμενα χρόνια να βρούμε αγνοούμενους. Τα Ηνωμένα Έθνη και ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας, έχουν υποχρέωση να παρέμβουν για να αυξηθεί ο χρόνος εργασιών της ΔΕΑ. Δυστυχώς οι ενέργειες των Ηνωμένων Εθνών δεν είναι αυτές που έπρεπε να είναι».

Απευθυνόμενος προς την Πολιτεία, ο κ. Σεργίδης υποστήριξε πως οι Κυβερνήσεις Κύπρου και Ελλάδος, που έχουν υποχρέωση και ηθική και πολιτική να προβάλλουν το θέμα, δεν το κάνουν. «Μιλούν για ΜΟΕ με την άλλη πλευρά. Πρέπει να γίνουν, όμως δεν βλέπουμε σε αυτά να είναι το θέμα των αγνοουμένων, ενώ έπρεπε να είναι από τα πρώτα. Επιτέλους, αναμένουμε την απαιτούμενη σοβαρότητα για το θέμα, να δοθεί η προτεραιότητα που πρέπει, για να λυθεί το θέμα. Όμως, θέλω να τονίσω ότι είναι έγκλημα από μέρους μας, άνθρωποι που θυσιάστηκαν για αυτόν τον τόπο, να παραμείνουν ες αεί αγνοούμενοι».

Δειτε Επισης

Στους 29 βαθμούς η θερμοκρασία-Παραμένει η σκόνη στην ατμόσφαιρα
Κολλημένη στην Βουλή η πρόταση Νόμου για δημιουργία Υπηρεσίας ασφάλειας παραλιών
Με τη… δευτέρα οι κρατήσεις στα ξενοδοχεία-EURO και Ολυμπιακοί Αγώνες επηρεάζουν την τουριστική κίνηση
Μέτρα για επιπτώσεις ξηρασίας στη γεωργία συζήτησε η Μαρία Παναγιώτου στις Βρυξέλλες
Εργασίες στον παρακαμπτήριο Λεμεσού και στον αυτοκινητόδρομο Πάφου-Λεμεσού
Πραγματοποιείται η δεύτερη διοργάνωση Γηρι-Ολυμπιακών-Στο επίκεντρο η ενεργός γήρανση
«Μπορούμε να αντικαταστήσουμε τον φόβο του καρκίνου με ελπίδα»
Την Πέμπτη η τελετή επαναπατρισμού λειψάνων Ελλαδιτών πεσόντων στην Κύπρο
Νέα συνάντηση ΟΚΥπΥ-νοσηλευτών στις 6 Ιουνίου-Στο επίκεντρο η εξοικονόμηση προσωπικού
Εταιρείες που συμμετέχουν στο Φωτοβολταϊκά για όλους δεν προσφέρουν την απαιτούμενη εγγύηση