Κατάθεση ψυχής από τους εγκλωβισμένους Μαρωνίτες-«Δαμέ εγεννήθηκα, δαχαμέ εν να πεθάνω»

Είναι οι άνθρωποι οι οποίοι από τη μέρα που γεννήθηκαν, δεν έφυγαν να αφήσουν ούτε μια μέρα, ούτε μια ώρα, ούτε ένα λεπτό τον τόπο τους. Από την αποφράδα ημέρα της τουρκικής εισβολής μάλιστα, απ’ όσα μύρια κύματα και αν πέρασε η ζωή των εγκλωβισμένων, η αγάπη τους για τον τόπο τους γιγαντώθηκε μέσα τους και μετά από σαρανταεννέα ολόκληρα χρόνια, εάν τους ρωτήσει κανείς τι σημαίνει για τους ίδιους η Καρπάσια αλλά και ο Κορμακίτης, αντίστοιχα, με βουρκωμένα μάτια θα απαντήσουν, «όλη μου η ζωή».

Πρόκειται για τον 94χρονο, Ιωσήφ Σκορδή, ή αλλιώς Γιουσέλλα όπως τον γνωρίζουν οι χωριανοί του στον Κορμακίτη, τη σύζυγό του Χρυστάλλα, αλλά και η 77χρονη, Γιαννούλα Ορφανού, η οποία είναι η μία εκ των δύο εγκλωβισμένων της Καρπάσιας ή αλλιώς η μουχτάρενα όπως την φωνάζουν. Άνθρωποι, οι οποίοι αποτελούν σύμβολο για τα δυο από τα τέσσερα κατεχόμενα χωριά των Μαρωνιτών, αφού τα άλλα δυο, Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας και Ασώματος, βρίσκονται υπό στρατιωτικό καθεστώς.

Τόσο ο κ. Γιουσέλλας, η σύζυγός του και η κόρη τους, όσο και η κα. Ορφανού, άνοιξαν την καρδιά τους στον REPORTER και αφού γύρισαν τον χρόνο πίσω, διηγήθηκαν τα πέτρινα χρόνια της ζωής τους, τα προβλήματα που ήρθαν αντιμέτωποι μέχρι σήμερα, αλλά και τον τρόπο διαβίωσής τους στα κατεχόμενα χωριά τους, που μεγάλωσαν οι ίδιοι με τις οικογένειές τους.

Περπατώντας στα στενά του Κορμακίτη και ρωτώντας τους λιγοστούς κάτοικους πού βρίσκεται ο κ. Γιουσέλλας, όλοι με ιδιαίτερο χαμόγελο, θα απαντήσουν ότι θα κάθεται στη βεράντα του σπιτιού του με τη σύζυγό του. Και όντως, κάπως έτσι συναντήσαμε τον 94χρονο, εγκλωβισμένο του Κορμακίτη.

DSC_0089 (Copy)

«Είμαι ο Ιωσήφ Σκορδής, 94 χρονών και ευχαριστώ τον Θεό, γιατί ούτε χάππι πίννω, ούτε ένεση βάλλω», λέει με περισσή περηφάνεια ο κ. Γιουσέλλας και με το βλέμμα του να βλέπει στο κενό, συνεχίζει να αναφέρει, «δόξα σοι ο Θεός. Δαμέ εγεννήθηκα, δαχαμέ εν να πεθάνω. Ο παπάς μου δαμέ, επαντρέφτηκε δυο γυναίκες. Η μια πέθανε και μετά πήρε τη μάνα μου. Έκαμε εννιά παιθκιά που την πρώτη και εννιά κοπελλούθκια που τη δεύτερη. Εγώ είμαι ο πρότελευταίος στη σειρά. Επειδή εγεννήθηκα εδώ όμως και η δουλειά μου ήταν γεωργός, αγάπησα τούντο χωρκό και δεν μπορώ να φανταστώ ότι υπάρχει καλύτερο χωρκό στον κόσμο. Εργάστηκα σκληρά και ότι μπορούσα να συνεισφέρω σε τούντο χωρκό, το έδωκα. Και αρρώστους πρόσεχα και ότι μπορείτε να φατναστείτε έκαμνα. Το μισό κοιμητήριο του χωρκού, εγώ το έθαψα».

Ο κ. Γιουσέλλας, είναι από τους γηραιότερους εγκλωβισμένους του κατεχόμενου Κορμακίτη. Είναι ο άνθρωπος, που είδε τον Κορμακίτη σε όλα τα στάδια του χρόνου και γέρασε μαζί του. «Έμεινα εγκλωβισμένος δαμέσα και είμαι περήφανος τώρα που κράτησα το χωρκό μου ζωντανό και έρκεται ο κόσμος και βρίσκει μας τωρά δαμέ. Είχα μια οικογένεια μεγάλη και εάν έλεγα εγώ να φεύγαμε, θα έφευγαν όλοι που τον Κορματζίτην. Αλλά είπα που την αρχή, ότι εγώ δαμέ εγεννήθηκα και δαμέ εν να πεθάνω και τούτο έκαμα».

DSC_0087 (Copy)

Μάλιστα, στο μυαλό του 94χρονου εγκλωβισμένου, ήταν ανέκαθεν, πως δεν θα γερνούσε ποτέ. «Μες το μυαλό μου είχα την σκέψη ότι δεν θα γεράσω ποττέ μου σε τούντο χωρκό και πράγματι δοξάζω το Θεό, γιατί σήμερα κανένας που είναι στην ηλικία μου δεν κυκλοφορεί στο χωρκό, αλλά μόνο εγώ. Έχει δέκα χρόνια που κυκλοφορώ μόνος μου. Οδηγώ και το αυτοκίνητό μου και βλέπω τα δέντρα μου και την περιουσία μου και στρέφουμε. Μπορεί να μεν κάμνω δουλειά, αλλά βλέπω τον τόπο μου».

Γυρίζοντας ωστόσο τον χρόνο πίσω, ο κ. Γιουσέλλας, δακρύζει. Αφού σκούπισε τα βουρκωμένα του μάτια, λέει ότι, «περάσαμε πολλά δύσκολα. Έκαμα πέντε κόρες και ένα γιο. Τους πάντρεψα και σήμερα έχω δώδεκα εγγόνια και οκτώ δισέγγονα. Δόξα σοι ο Θεός, είμαι ευχαριστημένος. Σίουρα επεράσαμε δύσκολα όμως, όπως ούλλος ο κόσμος. Σήμερα έχω τα τέσσερα παιθκιά μου στον Κορματζίτη. Έχτισα τους ούλλους, παντρέφτηκαν, έκαμαν παιδιά, είμαστε μια χαρά. Είμαι ευχαριστημένος όμως που τη ζωή μου, αλλά ο πόλεμος, ήταν πόλεμος. Και να έχεις πέντε κόρες έσσο σου, νομίζεις εν εύκολο πράμα; Αλλά ο Θεός μας βοήθησε».

DSC_0109 (Copy)

Όταν ρωτήσαμε μάλιστα τον κ. Γιουσέλλα για το πώς θυμάται τα προηγούμενά του χρόνια στον Κορμακίτη του, αλλά και τη ζωή που έζησε, ο ίδιος αναστέναξε. «Η ζωή, ήταν πολλά διαφορετική, πάρα πολλά. Εμείς που φτάσαμε την προηγούμενη ζωή, μας φαίνεται παράξενο σήμερα. Πρώτα δαμέσα είχαμε μάντρα που βάλλαμε τα κόπρια. Αποχωρητήρια δεν είχαμε, ούτε μπάνιο είχαμε. Βγαίναμε έξω στην αυλή, γέρναμε την κολόκα και ελουνούμασταν. Σήμερα ο κόσμος άλλαξε όμως. Για να δω τη γυναίκα μου εγώ τότε, έπρεπε να τη δω που μακριά. Παντρέφτηκα Κυριακή και την Πέμπτη είδα τη γυναίκα μου. Εφτάσαμεν επίσης και την εποχή Αγγλοκρατίας. Οι εγγλέζοι είχαν νόμους πολλούς. Ακούσαμεν θυμούμαι, ότι είχε γίνει ένα φονικό με τον Μήτα και λέγαμε απαναγία μου. Σήμερα όμως, κάθε μέρα γίνουνται φόνοι. Αν εκυκλοφορούσαμε με τσιακκούι, σε σταματούσε ο αστυνομικός για να σε τσιακκάρει και αν είχε μούττη σε λαπορτάρισκε. Σήμερα εν γεμάτος ο τόπος περίστροφα».

DSC_0103 (Copy)

Μάλιστα, σχολιάζοντας τους χωριάνους του, ο κ. Γιουσέλλας είπε πως, «ο κόσμος τότε ήταν φτωχός και σέβετουν ο ένας τον άλλον. Θωρούσαμε ένα γέρο τότε και βουρούσαμε να τον πιάσουμε που το χέρι να τον πάρουμε εκκλησία και να τον βοηθήσουμε. Σήμερα, δεν υπάρχουν έτσι παιθκιά όμως, ούτε καν να μας σσιερετήσουν. Αλλάξαν οι καταστάσεις. Ο Κορματζίτης όμως, ήταν πλούσιο χωρκό από εξ αρχής και επειδή ήταν πλούσιο χωρκό, ούλλα τα περίχωρα, έρκουνταν δαμέ. Και Τούρκους ταΐσαμε και Έλληνες ταΐσαμε δαμέ. Έσσιει έκταση πολλή. Δυτικά φτάνουμε θάλασσα, βορρά φτάνουμε θάλασσα. Ήταν εργατικοί πολλά επίσης οι άνθρωποι του Κορματζίτη, αλλά δεν είχε μηχανήματα και μάχουνταν ούλλη μέρα με το ξινάρι και την κουννιά. Έβλεπες ξυλοκόπους και γεωργούς με τα βόδια».

Όταν όμως ρωτήθηκε ο κ. Γιουσέλλας για το τι σημαίνει για τον ίδιο ο Κορμακίτης, αυτός έκλεισε τα μάτια του και χαμογέλασε. Αφού τα άνοιξε τα ολοκόκκινα του μάτια που ήταν γεμάτα από δάκρυα, λέει με ιδιαίτερη περηφάνεια, «αν εν για μένα που ρωτάς τι σημαίνει ο Κορματζίτης, για μένα είναι ο παράδεισος. Στον Κορματζίτη εγεννήθηκα, στον Κορματζίτη θέλω να πεθάνω. Δόξα να έχει ο Θεός. Θέλω να σας πω πολλά, αλλά συγκινούμαι».

2

Στο πλευρό του κ. Γιουσέλλα, βρίσκεται ανελλιπώς η σύζυγός του Χρυστάλλα, η οποία στα χέρια της έχει συνεχώς την πατερημί, για να προσεύχεται.

Όπως η ίδια λέει, «ήταν ωραίος ο Κορματζίτης μας, αλλά σιγά σιγά χάνουνται τα πλάσματα τζιαι πάσιν. Άλλοι πάνε στα παιθκιά τους, άλλοι πιάνουν σπίθκια ποτζεί. Οι παλιοί εμείς είμαστεν, εγώ τζιαι ο άνδρας μου, οι πιο παλιοί του χωρκού. Έχω έξι παιθκιά, πέντε κόρες, τζιαι έναν γιο. Το χωρκό μου άλλαξε πολλά που τότε».

Μάλιστα, όταν τη ρωτήσαμε την κ. Χρυστάλλα για την πατερημί της, αυτή είπε, «την πατεριμή μου δεν την ξαπολώ, ούτε μέρα, ούτε νύχτα και να σας βοηθά ούλλους ο Θεός να ρκέστε στο χωριό μας».

1

Στο αγαπημένο της χωριό, όπου διαμένουν οι γονείς της, Γιουσέλλας και Χριστίνα, βρίσκεται σήμερα και η κόρη τους Κατίνα. «Μινίσκω μόνιμα στο χωριό τώρα, αλλά έφυα και ξανά ήρτα όταν έγινε ο πόλεμος. Ήμουν είκοσι χρονών το 74’ και έφυγα το 77’ και επέστρεψα ύστερα που αφυπηρέτησα. Όμως, πηγαίναμε και ερχόμασταν κάθε Σαββατοκύριακο στον Κορμακίτη. Κάναμε αιτήσεις, πληρώναμε λεφτά, ερχόμασταν στα σύνορα, μας εκουντούσαν πίσω. Μας έλεγαν τούτο επιτρέπεται, τούτο απαγορεύεται και ξανά πίσω».

Ερωτηθείσα για το πόσο άλλαξε ο Κορμακίτης, η ίδια λέει, «βέβαια όσο περνούν τα χρόνια, αλλάζει ο κόσμος. Είμασταν νέοι και σχολάναμε από το σχολείο και ολόισια στα χωράφια. Λουβούσαμε τεράτσια, φκάλαμεν πατάτες και θερίζαμεν. Δεν κάθουνταν οι μαθητές να διαβάσουν, πήγαιναν ολόισια στα χωράφια. Ήταν δύσκολα, αλλά ήταν πιο αγνά τα πράγματα. Θυμούμαι ότι λουβούσαμε τεράτσια ένα μήνα, τώρα γέρασαν οι τερατσιές, δεν έχει».

Εάν νιώθει ότι το χωριό της είναι παραμελημένο, η κα. Κατίνα, λέει, «φυσικό επακόλουθο να παραμεληθούμε. Δεν έχουμε την πρόοδο που έχουν τα άλλα χωρκά. Τεράστια η διαφορά που πάμε ποτζεί σε κανένα χωριό. Τούντα χωρκά που κρατήσαμεν, είναι με νύχια και με δόντια. Είναι η πολλή αγάπη για το χωρκό μας που κρατήσαμεν, ότι κρατήσαμεν».

Γυρίζοντας τον χρόνο πίσω, η κα. Κατίνα, θυμήθηκε τα παιδικά της χρόνια. «Τα παιδικά μας χρόνια ήταν υπέροχα. Πήγαιναν και έρχονταν τα λεωφορεία κάθε μέρα. Όταν είχε πανηγύρια να πάμε στα προσκυνήματά μας. Να κοιμούμαστε στην Καμπυλή, στο Μαρκί, στον Άγιο Αντώνιο, στον Άγιο Ρωμανό. Ένα χωρκό γιόρταζε ολόκληρο. Τώρα στερούμαστε όλα αυτά τα πράγματα».

Το 77’, προσθέτει, «ήμουν ελεύθερη και ήμουν είκοσι χρονών όταν έγινε η εισβολή. Στα είκοσι μου χρόνια που έγινε ο πόλεμος και έκοψα δαμέσα, μόνο γέροι υπήρχαν και δεν υπήρχε πιθανότητα να βρω κάποιον να παντρεφτώ. Έτσι αναγκαστικά ο παπάς μου ήθελε να με στείλει Λευκωσία και υπόγραψα και ήρτε φορτηγό και φόρτωσα ορισμένα πράματα της αδελφής μου που ήταν παντρεμένη να της πάρω ποτζεί, νοούμενου ότι εν θα δικαιοούμουν να ξανά ρτω στο χωριό. Υπόγραψα κάτι τούρκικα έγγραφα, ποιος καταλάμβαινε; Έπρεπε να φύγω όμως το 77’ και πήγα ποτζεί και παντρέφτηκα».

Πάντως, όπως η ίδια λέει, «η μάνα μου ζύμωνε παλιά για να μεγαλώσει έξι παιθκιά πριν τον πόλεμο. Ο φούρνος κάθε εβδομάδα άφταινε και να μας ξυπνά χαράματα με την αδερφή μου για να ζυμώσουμε. Τώρα έχει μηχανήματα, τότε δεν είχε έτσι πράγματα».

DSC_0035 (Copy)

Στο μικρότερο χωριό των Μαρωνιτών, την Καρπάσια, σήμερα, βρίσκονται μονάχα δυο εγκλωβισμένοι. Η μια εκ των οποίων είναι η κα. Γιαννούλλα Ορφανού, 77 ετών.

Η κα. Ορφανού, δεν έφυγε ούτε αυτή ουδέποτε από το χωριό της και μάλιστα μέχρι σήμερα, δίνει τον δικό της αγώνα με νύχια και με δόντια, για να κρατήσει ζωντανό αυτό το μικρό χωριό των Μαρωνιτών, με τον ιστορικό Τίμιο Σταυρό που φυλάγεται στην εκκλησία του χωριού.

«Δεν έφυα που την Καρπάσια, ούτε μια ημέρα. Έκαμα την οικογένειά μου, τα τέσσερα μωρά μου και προσπαθώ να κρατήσω τούντο τόπο ζωντανό. Προσπαθούμεν όσο μπορούμε να ζήσουμε. Ήμασταν τέσσερις εγκλωβισμένοι, οι δυο έφυγαν και εμείναμε δυο γυναίκες μόνες μας. Είναι δύσκολη η ζωή, πολλά δύσκολη και προσπαθούμεν όσον μπορούμε».

Όπως συνεχίζει να λέει η κα. Ορφανού, «έκαμα πολλούς αγώνες για τούντο χωρκό και ούτε το όνομα δεν τους άφηκα να το αλλάξουν. Ούλλα αλλάξαν τα, εκτός το χωρκό μου, την Καρπάσια. Εδώ πέθανε ο άνδρας μου, η μάμα μου, ο παπάς μου, ο πεθερός μου, η πεθερά μου. Σήμερα, έχω μόνο τον αδελφό μου κοντά μου και προσπαθώ όσον μπορώ να κρατήσω το χωρκό μου ζωντανό».

DSC_0064 (Copy)

Όταν έγινε ο πόλεμος το 1974, η κα. Ορφανού, ήταν πέντε μηνών έγκυος. «Τον γιο μου τον μιτσή, εγέννησα τον μετά τον πόλεμο. Προσπαθώ όμως ως σήμερα να κρατήσω το χωρκό ζωντανό και τους χωρκανούς δαμέ. Εγώ είμαι που τον Ασώματο, αλλά παντρέφτηκα στην Καρπάσια, και αυτό που λαλώ μέχρι σήμερα είναι ότι το χωρκό μου εν η Καρπάσια, επειδή μεγάλωσα δαμέ αλλά ήταν και το χωρκό της γιαγιάς μου».

Για το πόσο δύσκολοι ήταν οι αγώνες για να κρατήσει την Καρπάσια ζωντανή, η κα. Ορφανού λέει ότι, «τέσσερις φορές, μου έχουν σπάσει τις πόρτες της εκκλησίας και έκανα αγώνες εδώ. Ήμουν 28 χρονών κοπέλα και πήγαινα μες τα μεσάνυχτα στην εκκλησία μόνη μου για να προσέχω τον σταυρό. Τον πρόσεχα όμως και με πρόσεχε και με βοηθά μέχρι σήμερα».

Ο Τίμιος Σταυρός που βρίσκεται στην εκκλησία της Καρπάσιας, εξήγησε η κα. Ορφανού, «θεωρείται από τους αρχαιότερους που έχουμε στην Κύπρο. Είπαν να μας κλείσουν την εκκλησία μας, αλλά δεν δεχτήκαμε γιατί ο Σταυρός είναι το ιερό κειμήλιο του χωρκού μας. Προσπάθησαν να τον κλέψουν πολλές φορές γιατί ήταν μεγάλης αξίας. Μάλιστα, μια φορά τον πήραν στο Βαρώσι, αλλά την ώρα που τον έπιασε το βίντζι για το βγάλει στο πλοίο, άνοιξε η κάσια και έπεσε χαμέ. Τον κρατούσαν δεν μας τον έδιναν, αλλά με τις απαραίτητες διαδικασίες τον φέραμε στην Καρπάσια. Αναγκαστήκαμε να κάνουμε σιδερένια εξώπορτα για να μην μπορούν να μπουν μέσα οι κλέφτες. Μετά ήρθαν μια φορά να κάνουν οξυγονοκόλληση για να κόψουν τα σίδερα, αλλά ότι και να έγινε μέσα στην εκκλησία, φοβήθηκαν και έφυγαν οι κλέφτες. Έκανα πολλούς αγώνες για την Καρπάσια μου».

Δείτε πιο κάτω το βίντεο από το οδοιπορικό στον Κορμακίτη και την Καρπάσια

Δειτε Επισης

Βροχές στο μενού του καιρού-Η πρόγνωση της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας
Στο κενό οι καταγγελίες καταναλωτών κατά επιχειρήσεων-Τιμωρίες με προειδοποιήσεις αντί πρόστιμα
Πρόσω ολοταχώς η ρύθμιση σύμβασης για τους ντελιβεράδες-«Να γίνει ένα ελκυστικό επάγγελμα για όλους»
Αυτοί είναι οι μαγικοί αριθμοί του Τζόκερ που μοιράζουν ένα εκατομμύριο ευρώ
Επ. Περιβάλλοντος: Προτεραιότητα η ανάπτυξη υπαίθρου
Τελέστηκε η κηδεία του «Καδή» της ΕΟΚΑ, Ανδρέα Στυλιανού
Κηδεύτηκε ο Μιχαλάκης Γεωργίου Κυπριανού, ακόμη ένας ήρωας της τουρκικής εισβολής
Ένας στους τρεις Κύπριους είναι υπέρβαρος-Ετοιμάζεται σχέδιο αντιμετώπισης παιδικής παχυσαρκίας
«Ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, προδοθήκαμε»-Εξήντα επτά χρόνια από τη θυσία του Γρηγόρη Αυξεντίου
Υποχωρεί η σκόνη, στους 19 βαθμούς Κελσίου η θερμοκρασία