Μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων ζήτησαν όλοι οι φορείς του τουριστικού τομέα από τον υφυπουργό Τουρισμού, Κώστα Κουμή, μετά το πλήγμα που δέχθηκε η τουριστική βιομηχανία τόσο από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, όσο και από το περιστατικό στις Βρετανικές Βάσεις τον περασμένο Μάρτιο, καθώς υπήρξαν σοβαρές συνέπειες για τον κλάδο.
Το θέμα των επιπτώσεων στην εγχώρια τουριστική βιομηχανία, ως αποτέλεσμα της έκρυθμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή, καθώς και τα μέτρα στήριξης των επηρεαζομένων, τέθηκε ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εμπορίου, παρουσία του υφυπουργού Τουρισμού.
Μιλώντας για το ζήτημα, ο Υφυπουργός ανέφερε πως «το 2026 ήταν ένα πολύτιμο έτος, διότι ξεκίνησε με σημαντική άνοδο 9,1% στις αφίξεις σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Ο Ιανουάριος κατέγραψε αύξηση 8,5% και ο Φεβρουάριος αύξηση 9,5% σε σχέση με το 2025. Το πλέον σημαντικό είναι ότι οι δύο αυτοί μήνες αποτελούν τους καλύτερους μήνες στην ιστορία του κυπριακού τουρισμού και έτσι η χρονιά ξεκίνησε πολύ δυναμικά, γεγονός που επέτρεψε να γίνει πολύ καλός προγραμματισμός. Το 2025, οι δέκα από τους δώδεκα μήνες ήταν από τους καλύτερους στην ιστορία του τουρισμού».
Σημείωσε πως «η Κύπρος ήταν η χώρα με τη μεγαλύτερη αύξηση στην Ευρώπη για την περίοδο πριν και μετά την πανδημία».
Παράλληλα, αναφερόμενος στο περιστατικό με το πλήγμα που δέχθηκαν οι Βρετανικές Βάσεις από drone την 1η Μαρτίου, διευκρίνισε πως «επηρέασε την κατάσταση στον τουρισμό. Αρκετές εταιρείες ακύρωσαν τα πτητικά τους προγράμματα. Μέσα σε διάστημα δύο έως τριών ημερών συμφωνήθηκε η επιστροφή όλων των αεροπορικών εταιρειών, κάτι που έγινε μέσα σε μία εβδομάδα, έστω και με χαμηλότερες συχνότητες πτήσεων».
Τόνισε πως «η όλη κατάσταση προκάλεσε τριγμούς και στον τομέα της ακτοπλοΐας, αφού έκλεισαν τα Στενά του Ορμούζ. Προκλήθηκε αναστάτωση, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί και η χώρα μας».
Επιπρόσθετα, ο κ. Κουμής σημείωσε πως «για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο η χώρα μας επηρεάστηκε από τον πόλεμο και ο αντίκτυπος των αρνητικών ειδήσεων ήταν πολύ μεγαλύτερος. Ο τομέας του τουρισμού επηρεάστηκε από την κρίση στον τομέα της ακτοπλοΐας και γενικότερα από την κατάσταση που διαμορφώθηκε λόγω του πολέμου. Η χώρα μας δέχθηκε χιλιάδες ακυρώσεις, ενώ για αρκετό χρονικό διάστημα συνεχίστηκαν οι ακυρώσεις κρατήσεων. Προβήκαμε σε μία σειρά από δράσεις. Από την 1η Μαρτίου υπήρξαν παρεμβάσεις από το Υφυπουργείο, τόσο γραπτώς όσο και με άλλους τρόπους, ώστε να αντιμετωπιστεί η κρίση. Αλίμονο να μιλάμε συνεχώς αρνητικά και να προκαλούμε πανικό».
Παράλληλα, ο υφυπουργός Τουρισμού τόνισε πως «αξιοποιήθηκε οίκος δημοσίων σχέσεων για την αποκατάσταση της εικόνας της χώρας μας, με το μήνυμα ότι η Κύπρος αποτελεί ασφαλή προορισμό. Φιλοξενήσαμε ξένους δημοσιογράφους, υπήρξε σταθερή επικοινωνία με τις αεροπορικές και ακτοπλοϊκές εταιρείες, καθώς και με τους ταξιδιωτικούς πράκτορες, ώστε να μειωθούν οι απώλειες. Σε σχέση με τα στατιστικά στοιχεία που υπάρχουν, η μείωση στις αφίξεις λόγω της κατάστασης ήταν κάτι που αναμέναμε. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα υπήρχαν δημοσιεύματα για το κατά πόσο η Κύπρος είναι ή όχι ασφαλής προορισμός. Έχουμε μια ένδειξη για τις αφίξεις του Ιουνίου με βάση τα στοιχεία που υπάρχουν μέχρι στιγμής και, παρότι δεν υπάρχουν ακόμη τελικά δεδομένα, η μείωση φτάνει το 4,3%».
Ταυτόχρονα, επισήμανε πως «ο τουρισμός της χώρας μας επέστρεψε σε σταθερή τροχιά. Ο κυπριακός τουρισμός πλήρωσε το τίμημα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αλλά αυτό ήταν αναπόφευκτο. Ο κυπριακός τουρισμός έχει επανέλθει και τα μέτρα λειτούργησαν. Σίγουρα δεν μπορούμε να μιλάμε για έτος ρεκόρ, ωστόσο οι απώλειες έχουν περιοριστεί σύμφωνα με τα στοιχεία του Μαΐου. Έχουν καταγραφεί πολλές κρατήσεις της τελευταίας στιγμής. Ο κόσμος εξακολουθεί να ταξιδεύει, αλλά ξοδεύει λιγότερα χρήματα λόγω της αβεβαιότητας που επικρατεί εξαιτίας του πολέμου».
Ζητούν μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων οι φορείς
Από πλευράς φορέων, εκ μέρους της Ένωσης Δήμων, ο δήμαρχος Αγίας Νάπας, Χρίστος Ζαννέτου, ανέφερε πως «ο τουρισμός είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας μας. Από το 2020 μέχρι και το 2026 περάσαμε πέντε διαφορετικές κρίσεις. Για μένα πρέπει να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός διαχείρισης κρίσεων, ώστε να μπορούμε να ανταποκρινόμαστε αποτελεσματικά σε παρόμοιες καταστάσεις. Όποια μέτρα λαμβάνονται μετά την εκδήλωση των κρίσεων, σίγουρα δεν είναι πάντοτε αρκετά για να στηρίξουν τις επιχειρήσεις. Αυτές οι κρίσεις προέρχονται από εξωγενείς παράγοντες και επηρεάζουν άμεσα την τουριστική βιομηχανία. Είναι σημαντικό να υπάρχει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διαχείρισης κρίσεων, το οποίο να ενεργοποιείται από την πρώτη στιγμή που προκύπτουν τέτοια φαινόμενα».
Σημείωσε πως «μπορεί να βρισκόμαστε σε αριθμούς που μας ικανοποιούν, όμως υπάρχει μια πραγματικότητα σε ό,τι αφορά την επιβατική κίνηση και θα πρέπει να διασφαλιστεί η συνδεσιμότητα της χώρας. Ο κόσμος σταμάτησε να προγραμματίζει έγκαιρα τις διακοπές του λόγω του πολέμου. Μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας, όπου υπήρχαν σενάρια για πιθανές ακυρώσεις πτήσεων ή σημαντικές καθυστερήσεις, πολλοί καταλήγουν να κλείνουν τις διακοπές τους την τελευταία στιγμή. Για εμάς πρέπει να συνεχιστεί μια επιθετική διαφημιστική εκστρατεία, ώστε ο κόσμος να αισθάνεται ότι υπάρχει ασφάλεια. Τα στοιχεία και οι ενδείξεις δείχνουν ότι εξακολουθεί να υπάρχει αυξημένη και σταθερή ζήτηση. Άρα, ίσως αυτή η κρίση να μας έδωσε και την ευκαιρία να διαπραγματευτούμε καλύτερους όρους με τις αεροπορικές εταιρείες».
Από πλευράς του, ο πρόεδρος του ΠΑΣΥΞΕ, Χρίστος Αγγελίδης, σημείωσε πως «θέλαμε να διαμορφώσουμε μια ξεκάθαρη εικόνα για το τι συνέβαινε επί του πεδίου. Τρέξαμε για επτά εβδομάδες μια έρευνα, η οποία κατέδειξε όλα όσα βιώνουμε σήμερα. Από τις 17 Μαρτίου είχαμε προβλέψει τι θα συνέβαινε με τις κρατήσεις στα ξενοδοχεία και είδαμε μια μείωση της τάξης του 20%. Καταφύγαμε σε αρκετές προτροπές και προτάσεις προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το Υπουργικό Συμβούλιο, ενώ προωθήσαμε και την προσπάθεια ενίσχυσης της απασχόλησης. Στόχος ήταν να μη μείνει κανένας εκτός αγοράς εργασίας. Το πρόγραμμα προνοούσε ότι οι ξενοδόχοι θα μπορούσαν να διατηρήσουν εργαζομένους μέσω του Ταμείου Ανεργίας, με την προϋπόθεση ότι δεν θα προχωρούσαν σε μείωση προσωπικού».
Επισήμανε πως «τέτοιου είδους κρίσεις θα συνεχίσουν να συμβαίνουν και γι’ αυτό έχουμε μεγάλη ευθύνη να προστατεύσουμε το αγαθό του τουρισμού. Πρέπει να δημιουργήσουμε μηχανισμούς που να προστατεύουν τον κλάδο αλλά και να παρέχουν μια ξεκάθαρη εικόνα για τα βήματα που πρέπει να ακολουθούνται στη συνέχεια. Παράλληλα, θα πρέπει να εξετάσουμε από τώρα τον σχεδιασμό των διαφημιστικών εκστρατειών για το 2027 αλλά και για το 2028».
Παράλληλα, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Κέντρων Αναψυχής, Φάνος Λεβέντης, ανέφερε πως «καταθέτουμε ως τελική εισήγηση τη δημιουργία ενός μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων, ο οποίος θα συγκεντρώνει στοιχεία, θα αξιολογεί τα δεδομένα και θα λειτουργεί με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων φορέων. Ο τομέας των κέντρων αναψυχής έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό, καθώς μέχρι σήμερα δεν έχει αποφασιστεί οποιοδήποτε μέτρο ενίσχυσης».
Η εκπρόσωπος του Συνδέσμου Τουριστικών Επιχειρήσεων, στη δική της τοποθέτηση, επισήμανε πως «από την πρώτη στιγμή είχαμε επικοινωνήσει με τα αρμόδια όργανα, ώστε να μεταφέρουμε τις απόψεις και τις ανησυχίες μας για τη νέα γεωπολιτική κρίση. Δυστυχώς, τα δεδομένα δεν είναι ακόμη τόσο αισιόδοξα. Αντιλαμβάνεστε ότι καταγράφεται μείωση 13,3% κατά το πρώτο πεντάμηνο του έτους».
Τόνισε πως «ιδιαίτερα σημαντικός δείκτης είναι η πληρότητα των ξενοδοχείων, η οποία παραμένει αισθητά μειωμένη. Από την πρώτη στιγμή ζητήσαμε τη δημιουργία ενός έγκαιρου και αποτελεσματικού μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων. Γίνονται μεμονωμένες ενέργειες σε μια προσπάθεια περιορισμού των απωλειών. Την ίδια ώρα, όμως, καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε και νέες προκλήσεις, όπως η αύξηση στις τιμές των καυσίμων και η άνοδος του κόστους των αεροπορικών εισιτηρίων. Οι ταξιδιωτικές συνήθειες έχουν αλλάξει σημαντικά, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής. Θεωρούμε επίσης ότι θα πρέπει να αυξηθεί ο προϋπολογισμός του Υφυπουργείου για σκοπούς διαφήμισης και προβολής».
Απαντήσεις από τον υφυπουργό
Απαντώντας σε ερωτήσεις που του υπέβαλαν οι βουλευτές, ο κ. Κουμής σημείωσε πως «το περιστατικό της 1ης Μαρτίου ήταν μεμονωμένο αλλά ιδιαίτερα σοβαρό, καθώς για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια επλήγη ευρωπαϊκό έδαφος. Το αρνητικό αποτύπωμα αυτού του περιστατικού το πλήρωσε και η Κύπρος. Το αίσθημα ασφάλειας έπρεπε με κάθε τρόπο να προστατευθεί και να ενισχυθεί. Η δημοσιότητα που έλαβε η χώρα μας ήταν ιδιαίτερα αρνητική και γι’ αυτό κρίθηκε αναγκαία η λήψη μέτρων και πρωτοβουλιών».
Αναφερόμενος στα διαβήματα για την ειδική χορηγία και στα ζητήματα που αφορούν το ανεργιακό επίδομα, είπε πως «η κυβέρνηση προχώρησε στην έκδοση μέτρων και κινήτρων τόσο για τους ξενοδοχοϋπαλλήλους όσο και για τον τομέα των αερομεταφορών».
Επισήμανε ακόμη πως «δεν υπήρξε καμία πρόθεση αποποίησης της κατάστασης. Οι αναφορές μας βασίζονταν πάντοτε στα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της η Κυβέρνηση. Τα ποσοστά μεταβολής διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή, από επιχείρηση σε επιχείρηση και από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο. Το ένα αεροδρόμιο κατέγραψε μείωση, ενώ το άλλο παρουσίασε αύξηση, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι επιπτώσεις δεν ήταν ίδιες σε όλες τις περιοχές».
Σημείωσε ακόμη πως «έγινε αναφορά στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και υπήρξε σχετική προσέγγιση ήδη από πέρσι, παρότι επρόκειτο για μια ιδιαίτερα καλή χρονιά. Εκείνο που συχνά ξεχνάμε είναι ότι ο τουρισμός αποτελεί έναν εξαιρετικά δυναμικό τομέα, στον οποίο τα δεδομένα μεταβάλλονται συνεχώς. Εάν κάποιοι επιχειρηματίες δεν ανανέωσαν ή δεν προσαρμόσαν το προϊόν τους στα νέα δεδομένα, είναι φυσιολογικό να παρατηρηθούν ορισμένες μειώσεις».
Τόνισε πως «η εξαγγελία του σχεδίου στήριξης των εργαζομένων έγινε με πολύ συγκεκριμένο σκοπό. Αναμένουμε σημαντική βελτίωση κατά την τρέχουσα περίοδο και, ακόμη και αν υπάρξουν μειώσεις, δεν εκτιμούμε ότι θα είναι τέτοιου μεγέθους ώστε να δικαιολογούν την εφαρμογή νέων σχεδίων στήριξης. Εξετάσαμε από πολύ νωρίς το ενδεχόμενο αξιοποίησης κινήτρων και μέτρων στήριξης από την Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω συγκεκριμένων άρθρων. Ωστόσο, για να γίνει αυτό, θα πρέπει να αποδειχθεί επίσημα η ύπαρξη οικονομικών απωλειών στη βάση λογιστικών και άλλων τεκμηριωμένων στοιχείων».
Σε σχέση με τη λειτουργία των τουριστικών μονάδων μετά το περιστατικό της 1ης Μαρτίου, ο κ. Κουμής ανέφερε πως «φέτος παρακολουθούσαμε καθημερινά την κατάσταση και μέχρι τις 20 Ιουνίου υπήρξαν μονάδες που παρέμειναν κλειστές λόγω της μειωμένης ζήτησης, προκειμένου να περιορίσουν τα λειτουργικά τους έξοδα. Δεν έχουμε καταγράψει οποιαδήποτε τουριστική μονάδα που να παρέμεινε κλειστή αποκλειστικά εξαιτίας της κρίσης που προκλήθηκε από τον πόλεμο».
Σε ό,τι αφορά τα μέτρα στήριξης της τουριστικής βιομηχανίας, ο υφυπουργός ανέφερε πως «έχουμε προχωρήσει σε συγκεκριμένες δράσεις. Εξαγγέλθηκαν τρία σχέδια κινήτρων προς τους διοργανωτές ταξιδιών, ενισχύθηκε η διαφημιστική προβολή της χώρας και εφαρμόστηκε πρόσθετο μέτρο υποστήριξης των διαφημιστικών εκστρατειών ύψους 2,5 εκατομμυρίων ευρώ».
Απαντώντας στην κ. Χαραλαμπίδου για τα μειωμένα αντανακλαστικά που καταλογίζονται στην Κυβέρνηση, ανέφερε ότι «είχα δώσει σαφείς οδηγίες ήδη από την 1η Μαρτίου. Ουαί και αλίμονο εάν μετά από ένα τέτοιο περιστατικό δεν υπήρχε μείωση στις κρατήσεις. Παρ’ όλα αυτά, επέλεξα μέχρι το τέλος Μαρτίου να μην αναφερθώ δημόσια σε κρίση. Είχα επικριθεί επειδή μετέβην στη μεγάλη τουριστική έκθεση του Βερολίνου, όμως γνώριζα πολύ καλά ότι εκεί θα βρισκόταν σύσσωμη η παγκόσμια τουριστική βιομηχανία και θέλαμε να εξηγήσουμε τι ακριβώς συνέβαινε στη χώρα μας. Απώτερος στόχος ήταν να πείσουμε τις αεροπορικές εταιρείες να επαναφέρουν τα πτητικά τους προγράμματα».
Σημείωσε ακόμη πως «πραγματοποιήθηκε διευρυμένη σύσκεψη στις 5 Μαρτίου ώστε να υπάρξει πλήρης και ορθή ενημέρωση. Τις επόμενες εβδομάδες ταξίδεψα στο εξωτερικό και πραγματοποιήθηκαν επαφές με φορείς και συνεργάτες του τουρισμού. Είχα περισσότερες από μία συναντήσεις με πολλούς εμπλεκομένους. Γνωρίζω πολύ καλά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η τουριστική βιομηχανία, όμως εκείνο που έχει σημασία είναι ότι έγινε ουσιαστική διαχείριση της τουριστικής κρίσης».











